τίμηση

τίμηση
[-ις (-εως)] η
1) оценка; оценивание; 2) оказание почестей

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "τίμηση" в других словарях:

  • τίμηση — η / τίμησις, ήσεως, ΝΑ, και δωρ. τ. τίμασις Α [τιμώ] 1. απονομή τιμής, σεβασμού 2. αποτίμηση, διατίμηση («οὔσης τῆς ὅλης τιμήσεως ὑπὲρ ἑξήκοντα τάλαντα», Πολ.) αρχ. 1. δαπάνη, έξοδο 2. εκτίμηση ζημιάς, βλάβης 3. καθορισμός τής ποινής που πρέπει… …   Dictionary of Greek

  • τίμηση — η 1. εκδήλωση τιμής. 2. υπολογισμός αξίας, διατίμηση. 3. εκτίμηση της περιουσίας των πολιτών από τους τιμητές στην αρχαία Ρώμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τιμήση — τίμησις holding valuable fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμήσῃ — τιμήσηι , τίμησις holding valuable fem dat sg (epic) τῑμήσῃ , τιμάω honour aor subj mid 2nd sg (attic ionic) τῑμήσῃ , τιμάω honour aor subj act 3rd sg (attic ionic) τῑμήσῃ , τιμάω honour fut ind mid 2nd sg (attic ionic) τιμέω aor subj mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμήσηι — τίμησις holding valuable fem dat sg (epic) τῑμήσῃ , τιμάω honour aor subj mid 2nd sg (attic ionic) τῑμήσῃ , τιμάω honour aor subj act 3rd sg (attic ionic) τῑμήσῃ , τιμάω honour fut ind mid 2nd sg (attic ionic) τιμήσῃ , τιμέω aor subj mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμήσῃ — ἀτῑμήσῃ , ἀτιμάω dishonour aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ἀτῑμήσῃ , ἀτιμάω dishonour aor subj act 3rd sg (attic ionic) ἀτῑμήσῃ , ἀτιμάω dishonour fut ind mid 2nd sg (attic doric ionic aeolic) ἀ̱τιμήσῃ , ἀτιμάω dishonour futperf ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τίμασις — άσεως, ἡ, Α (δωρ. τ.) βλ. τίμηση …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»